Το καλύτερο αντίδοτο στην φετινή απουσία του Burial είναι το One Of Us, το Λονδρέζικο δίδυμο αφήνει για λίγο στην άκρη το αγαπημένο τους drum’n'bass και το μεταλλάσει σε σκοτεινό, μελαγχολικό και απόκοσμο dubstep.
Grizzly Bear – Veckatimest (2009)
Βραδυφλεγής η γοητεία του και συνειδητά αργόστροφη η ροή του, η λάμψη του πάλι γίνεται χειροπιαστή στα διακριτικά και φευγαλέα του σημεία και απαιτεί γι’ αυτό την αφοσίωσή μας, αλλά μη τρομάζει κανείς, στο τέλος σε αποζημιώνει γενναιόδωρα και σου φανερώνει τη διεγερτική του μεγαλοπρέπειά.
Lord Newborn And The Magic Skulls – Lord Newborn And The Magic Skulls
Η τριπλή συνεργασία της χρονιάς. Money Mark, Shawn Lee, και Tommy Guerrero, ενώνουν τις δυνάμεις τους και το αποτέλεσμα είναι έξοχο. Το πάρε δώσε των τριών είναι συμμετρικό, δηλαδή ο Mark στα funky πλήκτρα, ο Shawn στα κρουστά και ο Tommy στο μπάσο και στις φονικές κιθάρες.
Yeasayer – All Hour Cymbals (2007)
Το All Hour Cymbals είναι γεμάτο πολύ-φωνητικές ψαλμωδίες και ήχους που δημιουργούν μια ελκυστική ατμόσφαιρα, ένας ηχητικός πειραματισμός με gospel χορωδιακά, κλιμακωτά synths, παραδοσιακά κρουστά, bongos, sitars, ακορντεόν, κιθάρες και άλλα πολλά, πλέκοντας ένα πολύχρωμο μουσικό καμβά και παράλληλα πετυχαίνουν να συνδέσουν το μέλλον με την παραδοσιακή τελετουργία, δημιουργώντας ένα ασυνήθιστο και μεθυστικό μίγμα. Η μουσική των Yeasayer είναι τόσο λαμπρή και εκτενής που είναι σχεδόν αδύνατο να περιγραφεί χωρίς αναφορά σε παράλληλες πορείες, έτσι, Beach Boys, The Beta Band, Arcade Fire, Brian Eno & David Byrne, Peter Gabriel, Fleetwood Mac μας δίνουν ένα ισχυρό στίγμα.
Αρνείται να ακολουθήσει κατά γράμμα τις καθιερωμένες pop, dance και electro δομές. Φροντίζει να εμπλουτίσει με μαεστρία τη μουσική του, χρησιμοποιώντας καθημερινούς ήχους με εντυπωσιακό αποτέλεσμα. Γαυγίσματα σκυλιών, ο ήχος της βροχής, τιτιβίσματα πουλιών, ο πολύ χαρακτηριστικός ήχος που αφήνουν τα αθλητικά παπούτσια και η μπάλα του μπάσκετ στο παρκέ κ.α., ήχοι που δεν είναι άμεσα αντιληπτοί, και σε ολόκληρη τη διάρκεια του δίσκου είναι, κατά κανόνα, διακριτικοί και ανεπαίσθητοι, αλλά αναγνωρίσιμοι. Ο Hawk τους σκεπάζει μαεστρικά με τα πλήκτρα του και παράγει ένα δίσκο τόσο λαμπερό, που λάμπει ακόμα και μέσα στις όποιες ελάχιστες ατέλειές του.
Panda Bear – Person Pitch (2007)
Ένα σύνολο εκτεταμένων ψυχεδελικών ελεγειών που ταξιδεύουν από το tribal τελετουργικό στη πειραματική electronica και στην ανέμελη και λαμπερή αλά Beach Boys pop. Κάποιες φορές δυσοίωνο, κάποιες φορές εορταστικό, πάντα ακαταμάχητο όμως.
Το urban σύμπαν αυτού του μυστήριου τυπά από το Devon της Αγγλίας είναι ένας ζοφερός και τοξικά δηλητηριασμένος κόσμος και ναι, μαντέψατε σωστά, το ίδιο είναι και το ντεπούτο cd του, ένα απολαυστικό μίγμα dubstep.
Ali Farka Toure – Savane(2006)
Υπέροχα μπλουζ, όλα ντυμένα με τοπικά έγχορδα και πνευστά του Μάλι. Ασύλληπτα περίπλοκο, παντρεύει με άνεση φαινομενικά ανομοιογενή είδη, ενώνοντας εκπληκτικά την Δυτική Αφρικανική παράδοση με τα Αφροαμερικάνικα μπλουζ, άλλωστε η ανάδειξη της συγγένειας των δύο μουσικών παραδόσεων, ήταν και η μεγαλύτερή του συνεισφορά σε εμάς.
Ότι τους έκανε αγαπητούς (ή μισητούς, ή αδιάφορους, ή ότι άλλο) είναι παρών και στο φετινό τους τρίτο βήμα, τα μελαγχολικά φωνητικά, τα ψυχρά synthesizer είναι και πάλι στη θέση τους. Έχω την αίσθηση πως πρόκειται για τον πιο εσωστρεφή και φωτεινό δίσκο της καριέρας τους.
Boards Of Canada – Geogaddi (2002)
Η παιδική αφέλεια και ανεμελιά του “Music Has The Right To Children” έδωσε τη θέση της στην εφηβεία και την αμφιβολία που αυτή κομίζει, το κλίμα είναι ένα κλικ πιο σκοτεινό, οι παιδικές κραυγές λιγότερες, το αποτέλεσμα πάντως και πάλι υψηλού επιπέδου.
Στη χώρα μας, παραδόξως, δεν απολαμβάνουν τη αποδοχή που θα περίμενε κανείς και δεν θα την αποκτήσουν ούτε με το φετινό τους “Six”. Το πληθωρικό μελόδραμα, τα ακαταμάχητα πλήκτρα και η διακριτική θεατρικότητα, μας πλημμυρίζουν και πάλι με τη κατευναστική τους μελαγχολία.
Blonde Redhead – 23 (2007)
Το “23” είναι ένα πολύ περιεκτικό album, συναρπαστικά σαγηνευτικό και δίχως ένα μέτριο τραγούδι στα 43 του λεπτά. Και σε σχέση με το προηγούμενο “Misery Is A Butterfly“, ο ήχος εδώ είναι γενικά πιο φωτεινός, οι ρυθμοί έχουν ανέβει και το συγκρότημα συνεχίζει τη πορεία του προς την τελειοποίηση του art-pop ύφους, που άρχισε να πλέκει από το “Melody Of A Certain Damaged Lemons“ και μετά.
Πολυεπίπεδος, παιχνιδιάρης, μαέστρος και πληθωρικός ο Dan, κατάφερε να στήσει ένα ανεπανάληπτο πάρτυ που όμοιό του δεν ακούσαμε από κανέναν άλλον μέσα στη χρονιά και αυτό στην εποχή που όλοι μοιάζουν να αντιγράφουν όλους, είναι από μόνο του τεράστια επιτυχία.
Junior Boys – Last Exit (2004)
Ήταν η πρώτη γνωριμία μαζί τους, η πρώτη φορά που ένας φαινομενικά ρετρό ήχος θα κοιτάξει με τόση σαφήνεια προς το μέλλον, δείχνοντας το δρόμο που θα έπρεπε κάθε New Order αυτού του κόσμου να ακολουθήσουν, ώστε να μη γίνονται βαρετοί.
Ο Σουηδός στην καταγωγή Andreas Tilliander, στον ambient δίσκο της χρονιάς, προσεγγίζει υπνωτισμένα και νωχελικά τη σιωπή με όργανα κυρίως αναλογικά και επιρροές σαφέστατα kraut. Με πλήρη αφοσίωση.
The Black Heart Procession – Amore Del Tropico(2002)
Πίσω στο 2003 ήταν ή πρώτη, τώρα πια στο 2009 η μοναδική φορά, που μας έδειξαν πως μπορούν να πάνε παραπέρα από τα συνηθισμένα τους standard, δηλαδή τους επικήδειους θρήνους και τις μελαγχολικές post-rock μπαλλάντες και να εμπλουτίσουν τον ήχο τους με βαλς, bossanova, ανεβάζοντας και λίγο το tempo, χαρίζοντάς μας ένα άρτιο κομψοτέχνημα.
Με ένα από τα πιο όμορφα φετινά τραγούδια (Lemonpie), μία από τις καλύτερες διασκευές φέτος (Kiss), σημαντικές συμμετοχές (Σαβίνα Γιαννάτου, Madame Bouche, Dr. Hector, The Boy, Sportex), αρκετή εσωστρέφεια, γεμάτο έμπνευση και ταλέντο, παίρνει δικαιωματικά το τίτλο του πιο ενδιαφέροντος ελληνικού δίσκου για το 2009.
Interpol – Turn On The Bright Lights (2000)
Ήταν η πρώτη και καλύτερη απόδειξη που κατέθεσαν, σχετικά με την ικανότητα τους να ανανεώσουν το post punk και να μας στρέψουν τη προσοχή στα συγκροτήματα που τους φώτισαν και είχαμε ξεχάσει.
Μελωδικοί, παρά τα βαριά- και πολλές φορές ασήκωτα- πλήκτρα, υπέροχα και sexy τα φωνητικά, η διάθεση χορευτική έως και disco , το κλίμα φτιάχνει ο David Sitek από τους TV On The Radio στην εξαιρετική από κάθε άποψη παραγωγή, η οποία και κλέβει και την παράσταση.
David Holmes – Bow Down To The Exit Sign(2000)
Funk, dub, soul, ψυχεδέλεια και λαμπεροί καλεσμένοι που βάζουν την σφραγίδα τους στο τρίτο δίσκο του φινετσάτου Ιρλανδού, ο οποίος κάνει ένα διάλειμα από τα πραγματικά ή φανταστικά soundtrack και καταθέτει ένα εξαίσιο δείγμα των τεράστιων δυνατοτήτων του.
Το “Ambivalence Avenue” ακούγεται περισσότερο σαν συλλογή, παρά σαν κανονικό album, υπάρχει αισθητική συνάφεια των κομματιών, αλλά κανένα δεν θυμίζει στο στυλ κάποιο άλλο μέσα στο δίσκο. Η εντυπωσιακή ποικιλία του δίσκου συνδυάζεται με μία αναπάντεχη συνεκτικότητα, ενώ η αδιάκοπη αλλαγή του στυλ εμποδίζει τη αδράνεια του ήχου. Ο παράτολμα έξυπνος Wilkinson πλέκει τη μία μουσική φόρμα μετά την άλλη, με εμφανή ευκολία από την electronica στη folk και από το funk στο experimental hip-hop και ενώ φαινομενικά αντιπαραθέτει μουσικά είδη, στην πραγματικότητα τα ενώνει σε ένα. Ο Bibio έρχεται με αποφασιστικότητα και προσήλωση να συλλάβει τη λεπτή στιγμή μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, αυτή την πολύτιμη και αμφίθυμη στιγμή.
Have A Nice Life – Deathconsciousness (2008)
Στο σύνολό του είναι ευφυές, ένα καταπληκτικό μωσαικό και προ πάντων, ένα ήπιο lo-fi αριστούργημα.
Πήρε τον τίτλο του από το πληθυσμιακά και γεωγραφικά μικρότερο, σχεδόν ερημικό νησί της συστάδας των Elizabeth Islands που βρίσκονται νότια της πολιτείας της Μασαχουσέτης. Σε πλήρη αντιδιαστολή με την ερημιά του νησιού, ο δίσκος σφύζει από ζωή και είναι γεμάτος από ακμαίες και συγκλονιστικές συνθέσεις.
“One by one we die” τραγουδάει τη μια στιγμή ο Robinson, “One by one we see love in the world” λίγο μετά, προσπαθώντας, όπως κάνει άλλωστε σε όλη τη διάρκεια του Second Chants, να ξορκίσει τους δαίμονές του, να δαμάσει τη μελαγχολία, βάζοντας τα θαρρείς με όλο τον κόσμο και συχνά βρίσκοντας μια προσωρινή, λυτρωτική διέξοδο, όπως στο ψυχεδελικό Smile On Your Face.
Ο Bibio (a.k.a. Stephen Wilkinson), καμία σχέση με το Subaru, ξεκίνησε από την Mush Records ύστερα από υπόδειξη του φίλου του Marcus Eoin από τους Boards Of Canada. Στη Mush κυκλοφόρησε συνολικά τρία album, το “Fi” το 2004, το “Hand Cranked” δυο χρόνια μετά και τέλος το “Vignetting the Compost” στις αρχές του χρόνου, λίγο πριν μεταπηδήσει στη Warp για να κυκλοφορήσει σε αυτή το δεύτερο(!) στη σειρά για φέτος album, το “Ambivalence Avenue”.
Η ανάγκη εξωτερίκευσης απόψεων για κάποιες μουσικές, που δεν χαίρουν ιδιαίτερης προβολής, είναι το πρωτογενές κίνητρο για το ξεκίνημα αυτού του blog. Για να γίνω πιο σαφής, μπάντες όπως π.χ Boards Of Canada, Four Tet, Squarepusher, Rachels, σίγουρα θα μας απασχολήσουν στη πορεία. Αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι θα μένουν εκτός & μπάντες γνωστότερες.
Έλα όμως που τα ενδιαφέροντα δεν εμπίπτουν μόνο στην μουσική, οπότε δεν θα αντισταθούμε στον πειρασμό, θα ανοιχτούμε & σε άλλες ενότητες κυρίως πολιτιστικές, όπως, κινηματογράφος, θέατρο, βιβλία ακόμη & περιβαλλοντικά θέματα, birdwatching & βλέπουμε, ανάλογα με το διαθέσιμο χρόνο. Δεν αποκλείω – μάλλον το πιθανότερο είναι αυτό - το blog πολύ σύντομα να αποκτήσει ξαδέρφια, αν αποδειχτεί ότι τα θέματα που αναπτύσσονται παρά είναι ετερόκλητα για ένα & μόνο blog !!
Καλή χρονιά