ΑΝΤΙΔΟΤΟ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

polyelaios.jpg

Τελευταία Παρασκευή πριν από το άνοιγμα των σχολείων, σαν παιδάκι κι εγώ ανηφορίζω για Αθήνα. Μια τελευταία τζούρα από χαζολόγημα και ο δρόμος με φέρνει στο Μουσείο Φρυσίρα. Βλέπω έκθεση Σκουλάκη, δεν το πολυσκέφτομαι, μπαίνω μέσα, ρωτώ «έχει και τίποτα άλλο» «όχι», «δεν πειράζει» λέω και πληρώνω. Κάτι είχε πάρει το μάτι μου στην εφημερίδα, μια φωτογραφία με τη γουωρχολική σούπα στολισμένη με βανγκοκικά χρυσάνθεμα, ίσως και κάτι ακόμα. Δε μ’είχε τραβήξει η ιδέα, η αλήθεια είναι, αλλά η έκθεση είναι αναδρομική και ξεκινά από το 1958 (νομίζω), άρα έχει κι άλλα το μαγαζί. Στο δεύτερο όροφο δεν έχει σούπες, αρχίζω να νιώθω πιο άνετα- ένα τοπίο στη Μονμάρτρη με ατμόσφαιρα και χρωματάκια που μ’αρέσουν, μια αυτοπροσωπογραφία ολιγόχρωμη και φευγάτη, πορτρέτα με βλέμματα που σε καρφώνουν. Κάτι πάει να γίνει. Ζεσταίνομαι με τις πιο χαλαρές γραμμές, προσπερνώ όταν το σχέδιο είναι πιο αυστηρό και γεωμετρικό. Κολλάω στα τσαλακωμένα πρόσωπα, όπως μιας ηλικιωμένης ή ενός αυτοκινήτου σχεδόν ανθρώπινου, στη θερμή αμεσότητα μιας μαυρούλας, σε βλέμματα – πολλά βλέμματα πελώρια, που ξεχειλίζουν από συναίσθημα. Με ενδιαφέρον βλέπω και τα πολιτικοποιημένα του, σκηνές διαδηλώσεων από τη δεκαετία του 60 και τη δικτατορία- μάλλον ζωγραφισμένα από φωτογραφίες, όπως και πολλά απ’τα υπόλοιπα έργα-, που αν δεν έβλεπα τις χρονολογίες θα νόμιζα ότι είναι πιο πρόσφατες ζωγραφιές. Στη σειρά από τον κόσμο του ηλεκτρικού σιδηρόδρομου, κοιτώ και ξανακοιτώ τις μυστηριακές φωτογραφικές εικόνες από τις σκάλες στη Βικτώρια. Λίγο μετά συνεχίζω και στο δεύτερο κτίριο, εκεί με τις σούπες. Πιο εγκεφαλικά τα έργα, συνδυασμοί από γνωστά διάσημων (πχ μίξη Πόλοκ και Χόπερ ή ανακάτωμα από Βανγκόγκ) και πειραγμένες εμβληματικές εικόνες, όπως το δολάριο με το πορτρέτο του Νταλί- ίσως το μόνο έργο που μου άρεσε πραγματικά από αυτή τη μεταζωγραφική σειρά, που μου έβγαλε μια επιτηδευμένη ψύχρα και δε με τράβηξε να πιέσω το μυαλουδάκι μου για το τι ακριβώς ήθελε να σχολιάσει ο ζωγράφος.

Εξάλλου η πιο έντονη εμπειρία είχε προηγηθεί. Λίγο πριν, στο πρώτο κτίριο, έχω αφήσει για το τέλος τα βιογραφικά στοιχεία του Σκουλάκη. Διαβάζω για το καλλιτεχνικό του ξεκίνημα και τους πολιτικούς του αγώνες, το φευγιό στο εξωτερικό λόγω χούντας, και, σ’αυτό το σημείο, ανοίγει η πόρτα και με την άκρη του ματιού μου βλέπω να μπαίνει μια ψηλή φιγούρα με μπαστούνι, μαυροφορεμένη, επιβλητική. Με ζεστή φωνή χαιρετά τα παιδιά στο ταμείο κι εγώ νιώθω να κοκκινίζω, γιατί δεν μπορεί παρά να είναι ο ζωγράφος, και αισθάνομαι σαν ηδονοβλεψίας. Νιώθω άβολα γιατί οι ζωγραφιές του μου έχουν προκαλέσει συναισθήματα και νιώθω εκτεθειμένη. Και ένοχη, γιατί σε μισή ώρα έχω σαρώσει τον κόπο μιας ζωής και τον έχω κρίνει. Το βουλώνω από δέος και υποχωρώ από το χρέος μου ως θεατή να συμμετάσχω στο διάλογο με τον καλλιτέχνη. Αυτή, όμως, την ώρα με κατακλύζει ο σεβασμός, γιατί αυτός ο άνθρωπος έχει αγωνιστεί μέσα στην κοινωνία και έχει μοχθήσει για να φτιάξει την τέχνη του. Η απρόσμενη στιγμή συνάντησης καλλιτέχνη / κοινού / έργων / ζωής ήταν ένα δώρο αναλογισμού, από εκείνα που μου δίνουν ενέσεις αποστασιοποίησης από την καθημερινή ροή των πραγμάτων, που με κάνουν να βλέπω τον κόσμο γύρω μου και σε μια άλλη διάσταση, και προσδίδουν ακόμα και στην υποτιθέμενη μελαγχολία της επιστροφής από τις διακοπές ένα διαφορετικό, πιο ουσιαστικό νόημα.

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: