ΜΟΝΤΑΛΜΠΑΝ, ΓΛΥΚΙΑ ΜΟΥ ΠΑΡΑΚΜΗ

Θάλασσες του Νότου (9)
Ερέκ κι Ενίντ (8)
Ο σέντερ φορ θα δολοφονηθεί το σούρουπο (8,5)
Ο ελληνικός λαβύρινθος (7,5)
Ο μικρό αδερφός (8)
Χιλιετία I&II (6,5)

Κρίστι Χάισμιθ Ρέντελ Τάιμπο Έλροϊ Καμιλλιέρι Μονταλμπάν

Η Κρίστι ήταν η πύλη εισόδου στο αστυνομικό μυθιστόρημα και της χρεώνω ακόμα ότι μ’έμαθε να διαβάζω στ’αγγλικά. Ωστόσο ανήκει ανεπιστρεπτί στο παρελθόν, bye-bye. Οι επόμενοι εξακολουθούν να μου ασκούν έλξη, από διαφορετικές πλευρές ο καθένας. Ο Μονταλμπάν, όμως, είναι επιστροφή στο σπίτι.

Σε μισό χρόνο εφτά βιβλία και μάλιστα με πειθαρχημένη αποχή για να μη γίνει το μυαλό μου κρέμα καταλάνα. Κι ύστερα από τις Χιλιετίες, οι επιλογές μου ορίζονταν απ’το ότι το στόρι έπρεπε να διαδραματίζεται οπωσδήποτε στη Βαρκελώνη- κι αυτή είναι η μία πλευρά του μονταλμπάνειου χώρου μου. Γιατί ο Μονταλμπάν δημιουργεί ένα κόσμο για να βυθίζεσαι, σε σημείο που να τον νιώθεις απτό. Ξεκινάς από την κουζίνα του με την αισθαντική σωματικότητά της- δηλαδή, πόσο μπορούν ν’αντισταθούν οι αισθήσεις μου σε μια μπαρόκ γαλοπούλα, καλά καθαρισμένη και ξεκοκαλιασμένη με γέμιση από «λουκάνικα, κομματάκια ζαμπόν, δαμάσκηνα και ζεματισμένα ξερά ροδάκινα, τρούφες, βρασμένα κάστανα, κουκουνάρια, αλάτι, πιπέρι, κανέλα, μαϊντανό, γλυκό παλιό κρασί» την οποία την ψήνεις με » …χοιρινό λίπος και αρωματίζοντάς τη με περισσότερη κανέλα, δάφνη, ρίγανη, παλιό γλυκό κρασί και λίγο νερό ώστε η σάλτσα να γίνει αρκετά κι όσο χρειάζεται λιπαρή»; Ή σ’ένα δείπνο με ζεστή σαλάτα με κατσικίσιο τυρί, crepes με χοιρινό πόδι και ξανθιά σάλτσα κι ένα turbot (καλκάνι) στον ατμό σε σάλτσα στρειδιών; Ύστερα τα βήματά του Μονταλμπάν σε περπατούν σε μια πόλη που της έχω αδυναμία- και μιλάμε για τη μοναδική πόλη έξω όπου θα μπορούσα να ζήσω- τουτέστιν το μόνο μέρος όπου θα μπορούσα να ζήσω μετά την Αθήνα. Και αυτή την πόλη τη βηματίζει και νιώθεις τη μυρωδιά από τα δρομάκια και τις σκοτεινές γωνιές της. Θέλω νά’χω ανοιχτό το χάρτη της Βαρκελώνης όταν διαβάζω Μονταλμπάν. Κι εκείνος αποζητά την εμπλοκή μου: από βιβλίο σε βιβλίο, στήνει ένα πλέγμα προσώπων και συμβάντων και τόπων που τα γνωρίζεις και τα ξανασυναντάς και αισθάνομαι μια οικειότητα με τους παλιούς γνώριμους, και όταν αναφέρεται στον Βρομιούχο που πέθανε νιώθω κι εγώ να τον νοσταλγώ μαζί με τον Καρβάλιο.

Πέπε Καρβάλιο. Πρώην κομουνιστής, φυλακισμένος στη φρανκική Ισπανία, πρώην πράκτορας της CIA, νυν ιδιωτικός ντετέκτιβ. Λατρεύει το καλό φαΐ και το καλό κρασί, σε μεγάλες ποσότητες και τα δύο. Τα δύο σταθερά πρόσωπα της ζωής του: ο κακοχυμένος υπηρέτης, μάγειρας, αιώνιο-παιδί-για-όλες-τις-δουλειές Μπισκουτέρ και η Τσάρο, πόρνη και ό,τι πιο κοντά σε σύζυγο θα μπορούσε να έχει, σε μια σχέση απελπισμένης αγκίστρωσης από τη μεριά της, βαριεστημένης συνήθειας από τη μεριά του, που λειτουργεί ως φόντο στα περιστασιακά πηδήματα και ξελογιάσματα με σαγηνευτικές γυναίκες που συναντά στις υποθέσεις του. Γιατί η γυναίκα συμπληρώνει το δίπτυχο φαΐ/κρασί και μάλλον από δίπλα θα πρέπει να βάλουμε και την πόλη, μέσα από την οποία ζει τον κόσμο που αλλάζει. Η μυρωδιά της Βαρκελώνης των παιδικών του χρόνων, η Βαρκελώνη των επαναστατημένων νιάτων του, η Βαρκελώνη που μεταλλάσσεται από τα ολυμπιακά έργα για το 1992. Ο κόσμος με το κάλπικο λουστράρισμα, εκεί που επιβιώνουν οι κατασκευαστές, οι μεταλλαγμένοι σε πολιτικάντηδες παλιοί σύντροφοι, οι αδυσώπητοι αναρριχόμενοι καλοσιδερωμένοι νεαροί, και φυσικά η φρανκική αριστοκρατία, μέσα σε ένα α-ηθικό περιτύλιγμα διανθισμένο ενίοτε με μπόλικο αισθητισμό και στην καλύτερη περίπτωση με κάποιες αμυδρές ενοχές. Μέσα σ’όλα αυτά, ο Καρβάλιο, ευφυής και τσαλακωμένος, προτάσσει τον κυνισμό του για να προστατευτεί και να επιβιώσει, αν αυτό έχει σημασία. Και καίει βιβλία στο τζάκι γιατί τα βιβλία «δεν του έμαθαν τίποτα για τη ζωή». Η λογοτεχνία ρέει στο κυκλοφορικό σύστημα του Καρβάλιο, η φιλοσοφία τα ίδιο, και μέσα από τις αναφορές ξεπηδά ομορφιά, συγκίνηση και μια διεισδυτική ματιά στον κόσμο, πάντα πικραμένη.

Εκεί τον βρίσκω τον Μονταλμπάν. Στην απογοητευμένη ελπίδα, στην αποστασιοποίηση από ένα κόσμο στον οποίο προσαρμόζομαι, προχωράω μόνο και μόνο επειδή ζω, και παλεύω πάλι επειδή απλώς ζω, μέσα σε μια απαισιόδοξη προοπτική που έχει και δεν έχει σημασία. Κι έχει γλύκα αυτή η παράδοση στα τσακισμένα όνειρα ενός καλύτερου κόσμου. Ταιριάζει σε μια downloaded συναυλία του Jacques Brel που τη βάζω συχνά πυκνά, με peak το je suis malade. Επίσης στα: Pelligro των Mano Negra, Le Vent Nous Portera των Noir Desir, Bloodflow των Calexico, A Strange Form of Life του Bonnie Prince Billie, A French Galeasse των Rachels, I remember a time when I loved you των Dirty Three, Gulag Orkestar των Beirut, Meditation on Dvorak’s Slavonic Fantasy της Sophie Solomon, στο θέμα από το In the Mood for Love (εργάρα), Are you Coming with Us της Monika, και στα Summer Wine του Hazelwood και Entropy Begins at Home των Faux Pas για τις πιο λάιτ στιγμές.

Έτσι ολοκληρώνεται ο μονταλμπάνειος χώρος μου, όπoυ μπορώ να νιώθω άνετα υποταγμένη και υπεράνω, με καλούς συνοδοιπόρους για να μοιράζομαι την απορία μου σε όσα βλέπω και μου συμβαίνουν. Τον συστήνω ανεπιφύλακτα σε γειωμένους αναρχοκομμουνιστές και αριστερούς που δεν έχουν ξεπεράσει την παραδοχή του βολέματος, με τη συμβουλή να μην ξεκινήσετε την ανάγνωση αν δεν υπάρχει κάτι καλό στο ψυγείο.

ΥΓ. Αφιερωμένο εξαιρετικά στο Αστυνομικό Τμήμα Πετραλώνων, μια και το κείμενο τό’γραψα κατά τη διάρκεια των τριών ωρών που περίμενα για να βγάλω καινούρια ταυτότητα.

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: